ιόσκα Φίσερ

Όχι πριν πολύ καιρό, γερμανοί πολιτικοί και δημοσιογράφοι διακήρυτταν ότι η κρίση του ευρό είχε τελειώσει: η Γερμανία και η Ευρωπαϊκή Ένωση, πίστευαν, είχε ξεπεράσει την καταιγίδα. Σήμερα ξέρουμε ότι αυτό ήταν ένα ακόμα λάθος σε μια συνεχιζόμενη κρίση. Το πιο πρόσφατο λάθος, όπως και τα περισσότερα που είχαν προηγηθεί, προήλθε από ευσεβείς πόθους και είναι, για μία ακόμα φορά, η Ελλάδα που σπάει την ονειροπόληση.

Ακόμα και πριν την τεράστια νίκη του αριστερού ΣΥΡΙΖΑ στις πρόσφατες ελληνικές εκλογές, ήταν ξεκάθαρο ότι η κρίση όχι μόνο δεν τελείωσε, αλλά απειλεί να χειροτερέψει. Η λιτότητα - ως πολιτική αντιμετώπισης της έλλειψης ζήτησης - απλά δε λειτουργεί. Σε μια συρρικνούμενη οικονομία, η αναλογία χρέους προς το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν αυξάνεται παρά μειώνεται, και έτσι οι ευρωπαϊκές χώρες σε κρίση βρέθηκαν σε ύφεση, με αποτέλεσμα την τεράστια ανεργία, τα ανησυχητικά επίπεδα φτώχειας και τις λιγοστές ελπίδες.

Προειδοποιήσεις για σοβαρές πολιτικές αναταράξεις δεν εισακούστηκαν. Προσκολλημένη στο εγκαθιδρυμένο γερμανικό ταμπού για ελάχιστο πληθωρισμό, η κυβέρνηση της Ά. Μέρκελ ξεροκέφαλα επέμενε ότι ο πόνος της λιτότητας ήταν απαραίτητος για να επιτευχθεί η ανάκαμψη: Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είχε πολλές επιλογές από το να ακολουθήσει. Τώρα, με τους έλληνες ψηφοφόρους να έχουν διώξει την εξουθενωμένη και διεφθαρμένη ελίτ της χώρας τους, ψηφίζοντας ένα κόμμα που έχει δώσει όρκο να τελειώσει τη λιτότητα, οι πολιτικές αναταράξεις έχουν ξεκινήσει.

Αλλά, αν και η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να σηματοδοτήσει την αρχή ενός νέου κεφαλαίου στην κρίση του ευρώ, ο πολιτικός, και πιθανώς υπαρξιακός κίνδυνος που αντιμετωπίζει η Ευρώπη είναι σοβαρότερος. Η απελευθέρωση από την Ελβετική Εθνική Τράπεζα (SNB) της ισοτιμίας ευρώ-φράγκου στις 15 Ιανουαρίου, αν και δεν αποτελεί κάποια άμεση οικονομική απειλή, ήταν ένα τεράστιο ψυχολογικό χτύπημα, που αντανακλούσε, αλλά προκάλεσε κιόλας, απώλεια εμπιστοσύνης. Το ευρώ, όπως η κίνηση της SNB υπονόησε, παραμένει πιο εύθραυστο από ποτέ. Η ακόλουθη απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για επαναγορά ομολόγων ύψους 1 τρισ. ευρώ από τις χώρες της Ευρωζώνης, αν και ήταν σωστή και απαραίτητη, θόλωσε την εμπιστοσύνη.      

Το αποτέλεσμα των ελληνικών εκλογών ήταν προβλέψιμο τουλάχιστον ένα χρόνο τώρα. Αν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της "τρόικας" (Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ΕΚΤ και ΔΝΤ) και της νέας ελληνικής κυβέρνησης πετύχουν, το αποτέλεσμα θα είναι ένας αξιοπρεπής συμβιβασμός και για τις δύο πλευρές: αν δεν επιτευχθεί συμφωνία, η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει.

Αν και κανένας δεν ξέρει τι θα σήμαινε μια ελληνική χρεοκοπία για το ευρώ, σίγουρα θα συνεπαγόταν κίνδυνος για την επιβίωση του κοινού νομίσματος. Εξίσου σίγουρα, η μεγα-καταστροφή που μπορεί να προκληθεί από μια διάλυση της Ευρωζώνης δε θα αφήσει απ'έξω τη Γερμανία.

Ένας συμβιβασμός θα οδηγούσε, de facto, σε χαλάρωση της λιτότητας, το οποίο θα συνεπαγόταν σοβαρό ρίσκο για τη Μέρκελ στο εσωτερικό της Γερμανίας (αν και μικρότερο απ'ότι η κατάρρευση του ευρώ). Αλλά λαμβάνοντας υπόψιν την τεράστια δημοτικότητά της στη χώρα, αλλά και στο εσωτερικό του κόμματος της, η Μέρκελ υποτιμά τις επιλογές που έχει στη διάθεσή της. Θα μπορούσε να κάνει πολλά περισσότερα, αν εμπιστευόταν τον εαυτό της.

Στο τέλος, μπορεί να μην έχει επιλογή. Με δεδομένο τον αντίκτυπο του αποτελέσματος των ελληνικών εκλογών στις πολιτικές εξελίξεις σε Ισπανία, Ιταλία και Γαλλία, όπου το συναίσθημα ενάντια στη λιτότητα είναι εξίσου υψηλό, η πολιτική πίεση στο Eurogroup των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης θα αυξηθεί σημαντικά. Δε χρειάζεται να είναι κανείς προφήτης για να προβλέψει ότι το τελευταίο κεφάλαιο στην κρίση του ευρώ, θα αφήσει πίσω του κουρελιασμένη την γερμανική πολιτική λιτότητας - εκτός αν η Μέρκελ θέλει να πάρει το τεράστιο ρίσκο να αφήσει το ευρώ να καταρρεύσει.

Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι το θέλει. Οπότε, ανεξάρτητα από το ποια πλευρά -η τρόικα ή η νέα ελληνική κυβέρνηση- θα κινηθεί πρώτη στις επερχόμενες διαπραγματεύσεις, οι ελληνικές εκλογές έχουν παράξει ήδη μια ξεκάθαρη ήττα για την Μέρκελ και την βασισμένη στη λιτότητα στρατηγική της για τη διατήρηση του ευρώ.

Παράλληλη μείωση του χρέους και δομικές μεταρρυθμίσεις ξέρουμε πλέον ότι επιβαρύνουν αφόρητα οποιαδήποτε δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση, καθώς υπερφορολογούνται οι ψηφοφόροι. Και, χωρίς ανάπτυξη, δεν πρόκειται να υπάρξουν ούτε δομικές μεταρρυθμίσεις, όσο απαραίτητες και να'ναι.

Αυτό είναι το μάθημα της Ελλάδας για την Ευρώπη. Το ερώτημα τώρα δεν είναι αν η γερμανική κυβέρνηση θα το δεχτεί, αλλά πότε. Θα χρειαστεί μια αντίστοιχη πανωλεθρία των ισπανών συντηρητικών στις επερχόμενες εκλογές για να αναγκαστεί η Μέρκελ να αποδεχθεί την πραγματικότητα;

Τίποτα άλλο παρά η ανάπτυξη θα είναι αποφασιστική το μέλλον του ευρώ. Ακόμα και η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, αντιμετωπίζει μια τεράστια ανάγκη για επενδύσεις σε υποδομές. Αν η κυβέρνησή της σταματούσε να βλέπει το "μηδενικό καινούργιο χρέος" σαν το ιερό δισκοπότηρο και αντί αυτού επένδυε στον εκσυγχρονισμό μεταφορών και δημοτικών δομών, στην ψηφιοποίηση νοικοκυριών και βιομηχανίας, το ευρώ -και η Ευρώπη- θα δεχόντουσαν μια δυνατή ώθηση. Επιπλέον, ένα τεράστιο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί με εξαιρετικά χαμηλά (και στην περίπτωση της Γερμανίας ακόμα και αρνητικά) επιτόκια.

Η συνοχή της Ευρωζώνης και η επιτυχία των απαραίτητων δομικών μεταρρυθμίσεων της, δηλαδή η επιτυχία επιβίωσής της, τώρα εξαρτώνται απ'το αν μπορεί να ξεπεράσει την έλλειψη ανάπτυξής της. Η Γερμανία έχει περιθώριο για δημοσιονομικές μανούβρες. Το μήνυμα των ελληνικών εκλογών είναι ότι η Μέρκελ πρέπει να το χρησιμοποιήσει πριν να είναι αργά.    

Διαβάστε το άρθρο στα αγγλικά, όπως δημοσιεύτηκε στο project-syndicate.org

Μετάφραση/επιμέλεια: Ηλίας Πετράκης

Categories: